Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Πώς δεν με αφήναν να αυτοδιατεθώ λόγω οικογενειακής ηθελημένης πλάνης ή το δράμα μιας λευκαδίτισσας.





Πριν πολλά χρόνια, στην αρχή του 20ου αιώνα, όχι πολύ αρχή όμως, ήταν ένας λευκαδίτης λεβεντάντρας, ψηλός και καμαρωτός, απόγονος μιας οικογένειας της Χώρας της Λευκάδας. Αυτός ο άντρας λοιπόν, ο Αριστοτέλης, εργαζόταν στα τότε νεοσύστατα 3Τ. Οπου 3Τ ήταν Τηλεφωνία, Τηλεγραφία, Ταχυδρομεία, δηλ. ο πρόγονος του σημερινού ΟΤΕ ( πριν γίνει Α.Ε.). Και έρχεται η προαγωγή του μαζί με τη μετάθεση του στην κοντινή, πλην όμως μελαγχολική, Πρέβεζα ( παράγων της αυτοκτονίας Καρυωτάκη).
Μετοικεί λοιπόν ο νέος (καλά είπαμε, όχι και έφηβος αλλά ήτο ένας νέος...της εποχής) εις την γραφικήν Πρέβεζαν και πιάνει δωμάτιο για να κατοικήσει στο ξενοδοχείο Μπακούκου πλησίον της αγοράς, επί της οδού Παρθεναγωγείου. Και δικαιώνοντας το όνομα της η οδός, διέθετε τις παρθένες Μπακούκου, ήτοι τις θυγατέρες του ξενοδόχου. Τι να κάνει στη μελαγχολική πολίχνη ο νέος? Να κάτσει να τον πάρει η μελαγχολία από κάτω και να έχει την τύχη του ποιητού μας? Ασε που ποιήματα δεν έγραφε, δε σφάξανε κιόλας να κάνει τέτοια μες στο άνθος της ηλικίας του. Ηράσθη λοιπόν τη μεγάλη κόρη του ξενοδόχου, τη Μαίρη - ναι Μαίρη, έτσι την είχαν βαφτίσει και ουχί Μαρία, γινόντουσαν τότε αυτά - την παντρεύεται και μένουν στην Πρέβεζα.
Ετσι το όλως τυχαίο γεγονός της μετάθεσης του παππού μου στην Πρέβεζα όπου έμελλε να συναντήσει τη σύζυγο του και γιαγιά μου το όνομα της οποίας μου εδόθη, αποπροσανατόλισε τα παιδιά τους ( τον πατέρα μου και τη θεία μου) και όταν ήλθαν στην Αθήνα – ξέρετε, αστυφιλία – και έπρεπε να δηλώσουν καταγωγή, έλεγαν ότι είναι από την Πρέβεζα.
Από πού είστε, ρώταγε ο κόσμος, από την Πρέβεζα, απαντούσαν εκείνα και το ευτράπελο είναι ότι έμεναν στο σπίτι του θείου και αδελφού του πατέρα τους ο οποίος δήλωνε ότι είναι από τη Λευκάδα. Ομοίως, η κόρη του και ξαδέλφη τους θεωρούσε και θεωρεί εαυτόν λευκαδίτισσα. Και έτσι δηλώνει από τότε και μέχρι σήμερα.
Ισως, βέβαια, να έλεγαν Πρέβεζα και να εννοούσαν Λευκάδα. Διότι μπορεί η Πρέβεζα, τότε τουλάχιστον, να προηγείτο διοικητικώς από τη Λευκάδα αλλά η σπιρτάδα, η τσαχπινιά, η κουλτούρα και ο τρόπος σκέψης είναι δανεισμένα, όπως και σε όλην την περιοχή της Αμβρακίας, από τους Ιόνιους γείτονες της Αγίας Μαύρας.
Μεγαλώνοντας άκουγα τον πατέρα μου να δηλώνει Πρεβεζάνος αλλά εγώ είχα γνωρίσει τους συγγενείς στη Λευκάδα, στο νησί πηγαίναμε τα καλοκαίρια και κάναμε παρέα με τις ξαδέλφες μου, είχα γνωρίσει θείες και θείους του πατέρα μου, όλοι με το ίδιο επίθετο με εμάς. Στην Πρέβεζα πηγαίναμε κάθε φορά που επισκεπτόμασταν τη Λευκάδα, σα μια σύντομη εκδρομή, ωραία μεν, αποσπασματική δε.
Η συνέχεια της οικογένειας υπήρχε στη Λευκάδα. Τους συγγενείς που γνώριζα, η επικοινωνία υπήρχε με το νησί. Η οικογένεια μου φαινόταν να συνδέεται με τη Λευκάδα ενώ με την Πρέβεζα είχε μία σημαντική αλλά όχι καθοριστική για το χαρακτήρα της οικογένειας σχέση.
Ενοιωσα λευκαδίτισσα σε μια εποχή που ήταν ακόμη μόδα στην πρωτεύουσα να δηλώνεις Αθηναίος. Ενοιωθα την ανάγκη να διαφοροποιηθώ και να κατάγομαι από τον τόπο αυτό, τον τότε τουλάχιστον, παραμελημένο τουριστικά, ιστορικά και πνευματικά.
Γεννημένη και μεγαλωμένη στην Αθήνα και ψάχνοντας ασυνείδητα για μια ταυτότητα, αυτήν που δε μπορούσα να βρω στην πρωτεύουσα, η Λευκάδα κέρδισε να είναι η πατρίδα μου γιατί ένοιωσα ότι ανήκω εκεί. Στα νερά της τα εξωτικά γαλάζια, στα σπίτια της χώρας , που έκανε τον τσίγκο αρχιτεκτονική, στο πνεύμα που παράγει.
Μέσα από τις καλοκαιρινές διακοπές στο νησί γνώρισα κι αγάπησα τον τόπο αυτό, ένοιωσα ότι ήταν τιμητικό να είμαι λευκαδίτισσα, όπως και οι πρόγονοι μου άλλωστε. Κατεχώρησα τον εαυτό μου ως λευκαδίτισσα καταγομένη και μη γεννημένη.
Ετσι άρχισα να διαβάζω βιβλία, έμαθα για τη θεωρία ότι η Λευκάδα είναι η ομηρική Ιθάκη, άρχισα να παρακολουθώ τοπικές εφημερίδες κι έτσι ο πατέρας μου ο πρεβεζάνος απέκτησε μια κόρη λευκαδίτισσα.
Και τότε άρχισε ο γολγοθάς μου. Μόλις πήραν χαμπάρι οι φίλοι αλλά κιη οικογένεια μου ότι η καταγωγή μου κρατούσε από εκεί, άρχισαν να μου αμφισβητούν το δικαίωμα να δηλώνω λευκαδίτισσα. Ελεγαν ότι μόνο ο πατέρας μου καταγόταν και μόλις ο παππούς μου είχε γεννηθεί. Εγώ σε αυτούς τους παραπλανητικούς και σαθρούς ισχυρισμούς αντιπαρέθετα τα εξής: Στην καταγωγή σημασία έχει το αίμα του πατέρα, η ταυτότητα της οικογένειας επίσης, και το γεγονός ότι ο πατέρας μου είχε γεννηθεί στην Πρέβεζα ήταν όλως τυχαίο και, στο κάτω κάτω, έχω και δικάιωμα αυτοδιάθεσης!
Και ας με παίρναν στο ψιλό μπαμπάς και θεία και λοιποί συγγενείς αλλά και φίλοι (με καρφώναν οι δικοί μου, « να σας πω εγώ πώς είναι λευκαδίτισσα, εξ αποστάσεως»), τι να κάνουμε κύριοι, δεν ευνοηθήκαμε από το θεό να γεννηθούμε εκεί αλλά έχουμε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης το οποίο μάλιστα βασίζεται σε οικογενειακή καταγωγή.
Και το άλλο πού το πάτε? Είναι και η ομηρική Ιθάκη και δε θέλω αντιρρήσεις. Το απέδειξε ο Ντέρπφελντ, συνεργάτης του Σλήμαν, όλοι οι άλλοι είναι απλές οδοντόκρεμες. Το είπε και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου « Λευκάδα, ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι ». Πώς είπατε, όχι, δεν είπε «Λευκάδα», είπε «Ελλάδα»? Παρακούσατε!
Και για εκπαιδευτικούς λόγους, επιμένω και στον ξάδελφο μου που διατείνεται ότι είναι από τη Μυτιλήνη, ότι το αίμα της μάνας είναι που μετράει. Στην περίπτωση του. Γιατί στη δική μου είναι το αίμα του πατέρα.

2 σχόλια:

  1. Πολυ ωραια, να περασει και η Καναδεζα απο δω που κατα βαση ειναι Λευκαδιτισσα να χαρει χαρα μεγαλη. Εγω παντως δηλωνω Αθηναια απο 5 γεννιες απο την εκ μητρος γιαγια μου και ολιγον Σμυρνια απο τον παππου μου. Φιλια Μαιρη μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεσποινάριον την έμπνευση για να το γράψω αυτό μου την έδωσε η Καναδέζα η οποία δήλωσε σε σχόλιο της ότι υποψιαζόταν ότι είμαι λευκαδίτισσα λόγω επιθέτου. Κι έτσι κι εγώ έγραψα την πικρή μου ιστορία.
    Εσύ γκάγκαρη, ε? Με μία δόση μπαχάρι? Καλό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ασε κι εσύ ένα σχόλιο, μπορείς.