Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκηνοθεσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκηνοθεσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

Ριχάρδος ο Γ', Επίδαυρος, 31-07-2011.



Τον Κέβιν Σπέϊσυ τον εκτίμησα όταν τον είδα στα "Ναυτιλιακά Νέα", μια ταινία όχι και τόσο γνωστή αλλά πολύ όμορφη και ενδιαφέρουσα, μία από τις αγαπημένες μου πλέον.
Αργότερα άκουσα ότι είχε οριστεί καλλιτεχνικός διευθυντής του Old Vic, γεγονός το οποίο με εντυπωσίασε. Γνωρίζοντας από τη μια, τη μανία των Άγγλων με το θέατρο και από την άλλη, τη μανία τους να θεωρούν ότι μόνο Άγγλοι αξίζουν να αναλαμβάνουν σημαντικές θέσεις , λόγω εναπομείνασας αλλαζονείας από τον καιρό της αυτοκρατορίας (άντε να δούμε πόσο θα κάνουν να το ξεπεράσουν), εξεπλάγην που ένας Αμερικάνος πήρε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του θεατρικού οργανισμού. 
Οπότε είχα διπλή περιέργεια να δω την παράσταση. Να δω μια σαιξπηρική παράσταση δύσκολη και ενδιαφέρουσα  από τον παλαιότερο θεατρικό οργανισμό της Αγγλίας και να δω τον Σπέϊσυ, όχι ως αγαπημένο μου ηθοποιό αλλά να δω τι ψάρια πώς δικαιολογείται η θέση του στο βρεττανικό θέατρο.

Η επιτυχία του ως καλλιτεχνικός διευθυντής στο Old Vic δεν ήταν δεδομένη. Είχε και κακές κριτικές και αποτυχίες. 
Ο Ριχάρδος ο Γ' όμως του βγήκε. Οι παραστάσεις του Λονδίνου πήραν πολύ καλές κριτικές. Οι Άγγλοι τον έχουν αποδεχθεί.
Το έργο είναι δύσκολο, περίπλοκο, με πολλούς χαρακτήρες, οι οποίοι έχουν όλοι σημασία στην εξέλιξη του Ριχάρδου ως σφετεριστή της εξουσίας και αδίστακτου συνωμότη. Αν και το είχα δει πριν τρία χρόνια με Κιμούλη να σκηνοθετεί και να παίζει, αν και πήγα ολίγον διαβασμένη, και πάλι υπήρχαν στιγμές  όπου μπερδεύτηκα από το πολυπρόσωπο του έργου. Με αυτό το δεδομένο καθώς και με το ότι πολλοί σκηνοθέτες στο παρελθόν, καθώς ο Ριχάρδος είναι μέρος μιας τετραλογίας, έχουν προσθέσει ή αφαιρέσει στίχους καθώς και έχουν ακόμη και χωρίσει σκηνές, όπως στην ταινία με τον Ολίβιε, νομίζω ότι αυτός ο αφιλότιμος ο Μέντες έπρεπε να είχε εφαρμόσει ολίγον τις αρχές της θεατρικής οικονομίας και να είχε σκεφτεί ότι και τρεις ώρες και χωρίς διάλειμμα, έτσι να ξεσκοτεινιάσει το βλέμμα, και με τόσους χαρακτήρες που πηγαινοέρχονται για να σκοτωθούν, θα τους κλούβιανε τους θεατές και δεν θα ήξεραν τι χειροκροτούν.


Ωστόσο το χειροκρότημα το άξιζε η παράσταση, το άξιζε, κατά τ' άλλα, η σκηνοθεσία, το άξιζαν οι ηθοποιοί. Σκηνικό λιτό και αυστηρό, όπως ταιριάζει στο Μεσαίωνα, πάνω στο οποίο έπαιζε η σκηνοθεσία και το οποίο της επέτρεπε να εναλλάσσει τις πολλές σκηνές του έργου καλώντας και το θεατή να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του. Οθόνη στην μεγαλύτερη επιφάνεια του σκηνικού, όπου οι σκηνές που προβάλλονταν βοηθούσαν στη δραματοποίηση, τύμπανα τα οποία έδιναν τον τόνο στις εξελίξεις και σκηνοθετικά ευρήματα εξαιρετικά πετυχημένα, ιδίως στην τελευταία πράξη. Η αναφορά στη σύγχρονη κουλτούρα ανάδειξης ηγετών μέσω της χειραγώγησης της κοινής γνώμης με τη σκηνή της ανάδειξης του Ριχάρδου ως βασιλιά ήταν επίσης πολύ πετυχημένη ως σύλληψη, λίγο μακριά ως προς τη διάρκεια της.
Η δε χρονική μετάθεση, λόγω κοστουμιών, σε πιο πρόσφατο χρόνο, καθόλου δεν απομάκρυνε την παράσταση από τα κλασσικά πρότυπα δεδομένου ότι τα κοστούμια ήταν διαχρονικά και απλά και αποσκοπούσαν να τονίσουν -ιδίως στον πρωταγωνιστή- το ρόλο και τη δυναμική του.

Οι ερμηνείες ήταν όλες εξαιρετικές, αν και η απόσταση στην οποία βρισκόμουν και η κούραση από την λεπτομερή εξιστόρηση των συνωμοσιών με απέτρεψε από το να επικεντρωθώ σε λεπτομέρειες . Το αξιοσημείωτο ήταν ότι κανείς ρόλος δεν επισκιάστηκε παρ' όλη τη δυναμική της υποκριτικής του πρωταγωνιστή. 

Η κεντρική ερμηνεία του πρωταγωνιστή ήταν εξαιρετική. Αυτό που έβλεπες ήταν ένα σώμα σύγχρονο με ένα μυαλό που είχε μεταπηδήσει στον 15ο αιώνα και ζούσε εκεί, σκεπτόταν εκεί, συνωμοτούσε και σκότωνε εκεί. Η συγκέντρωση στο ρόλο του ήταν υποδειγματική, αυτό που λέμε ότι ήταν στο πετσί του ρόλου. Ο Κέβιν Σπέϊσυ κατάφερε να ξεπεράσει τη χολλυγουντιανή αύρα και να μεταμορφωθεί σε ένα Ριχάρδο ο οποίος, όπως τον παρουσιάζει η σαιξπηρική πένα, έχει γίνει αδίστακτος καθώς γαλουχήθηκε μέσα σε συνωμοσίες και σε αγωνίες για την κατάκτηση της εξουσίας. Τη δυσμορφία , η οποία αμφισβητείται ιστορικώς, φαινόταν σχεδόν  να τη θεωρεί άσκηση για να καταφέρει τους στόχους του στους οποίους επικεντρωνόταν με πάθος και σαρκασμό για τις διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα. Είχε εξάρσεις αυτογνωσίας τις οποίες μετέτρεπε σε αυτοσαρκασμό και ευθυμίες, όταν απευθυνόταν στο κοινό.    

Οι σκηνές της τελευταίας πράξης ήταν οι πιο δυνατές, επειδή έτσι τις ήθελε ο συγγραφέας και  έτσι τις ακολούθησαν οι ηθοποιοί όπου ο πρωταγωνιστής καλείται μετά από τρεις ώρες δύσκολης υποκριτικής, γεμάτης από πυκνούς μονολόγους και σαρκαστικούς διαλόγους που χαρακτηρίζονται από τραγικές ειρωνείες να δώσει τον καλύτερο εαυτό του φθάνοντας σε δραματική κορύφωση με την περίφημη φράση "A horse, my kingdom for a horse"  και στη συνέχεια μετά από μία άκρως πειστική μάχη με τον αντίπαλο του να πέσει νεκρός. 
Εκεί ο πρωταγωνιστής, ο οποίος κατά τη διάρκεια του έργου είχε λίγες, μελετημένες εξάρσεις και έπαιζε με μία εσωτερικότητα η οποία μερικές φορές μεταμορφωνόταν σε χολή και φθόνο, άλλες φορές σε σαρκασμό, σε διάθεση αστειότητας, σε ενσυναίσθηση μοναξιάς και άλλες σε κεκαλυμμένη οργή και επιτηδευμένη υποκρισία, άφησε το πάθος του να βγει στην επιφάνεια και μας χάρισε δυνατές συγκινήσεις, εξακολουθώντας να μας κάνει να πιστεύουμε ότι ήταν όντως ο αντι-ήρωας του Σαίξπηρ και αγωνιζόταν για τα κεκτημένα του στο τέλος της μεσαιωνικής Αγγλίας.

Δεν ξέρω εάν είναι σκόπιμες οι συγκρίσεις με άλλους συναδέλφους του οι οποίοι έχουν παίξει το ρόλο αλλά ο Κέβιν Σπέϊσυ ανήκει στη σχολή της υποκριτικής η οποία δεν έχει καμμία μανιέρα αλλά μεταμορφώνεται κάθε φορά στον ήρωα του ρόλου, αυτό είναι γνωστό για το κινηματογράφο. Το απέδειξε και στο θέατρο και δεν ξέρω γιατί δεν επέλεξαν τον Kenneth Branagh για καλλιτεχνικό τους διευθυντή εκεί στο Old Vic αλλά ο Spacey είναι αντάξιος της θέσης.


Και γι άλλο Ριχάρδο, δείτε και τα ακόλουθα.
http://thebelbo.wordpress.com/
http://provatos.blogspot.com/
http://camerastyloonline.wordpress.com/2011/08/02/richard-iii-amfitalentevomenos-gia-ton-kevin-1/



Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

Οθέλλο


 Οθέλλο και όχι Οθέλλος. Η παράσταση της 14ης Ιουλίου στο κηποθέατρο Παπάγου. Μαρκουλάκης-Κιμούλης. Σκηνοθέτες και πρωταγωνιστές. Μετάθεση του χρόνου πλοκής στο σήμερα. Πολλοί σκηνοθέτες το  έκαναν. Άλλοι έπεισαν, άλλοι όχι. Εδώ δεν πείθει. Δεν έχει καλά μελετηθεί, τα σκηνικά είναι ακατανόητα μερικές φορές ή άστοχα και δεν βοηθούσαν καθόλου στην  εξέλιξη  (όπως η απεικόνιση των πλοίων σε στυλ παλαιού χάρτη στην αρχή ή οι σκηνές της Ν. Υόρκης σε μεταγενέστερη σκηνή ενώ το έργο δεν έχει μετατεθεί και τοπικά). 

Η πρώτη μισή ώρα της παράστασης κυλούσε με τον κάθε ηθοποιό να λέει τις ατάκες του σα να ήταν μόνος στη σκηνή - με εξαίρεση τον Ιάγο-Μαρκουλάκη που έπρεπε να μονολογήσει- σα να μην έδενε το σύνολο, σα να μην είχε δουλευτεί.
Ο πατέρας της Δεισδαιμόνας ήταν η πρώτη απαγγελία που δεν έπεισε, οι αξιωματικοί το ίδιο καθώς και η μητέρα του Οθέλλου, η οποία επίσης έκανε απαγγελία. Γενικώς οι απαγγελίες ήταν τόσες πολλές ώστε να αναρωτιέσαι τι έκαναν οι πρωταγωνιστές-συνσκηνοθέτες. 

Η απογοήτευση ήταν η Γωγώ Μπρέμπου για την οποία στην αρχή πίστεψα ότι είχε βραχνιάσει και δε μπορούσε να μιλήσει  ενώ στη συνέχεια δε μπορούσα να πιστέψω την ακαμψία της φωνής της. Ναι, δεν είχε καλή άρθρωση αλλά δεν ήταν το βασικό πρόβλημα στην παράσταση. Ήταν το ότι δεν έπαιζε. Απήγγειλε. Κι αυτή.
Η Σμαράγδα Καρύδη προσπάθησε να στηρίξει το ρόλο της αλλά θα έπρεπε να τον δουλέψει πιο πολύ για να ξεφύγει από τους κωμικούς της ρόλους με τις κοσμικές προεκτάσεις.

Ο Μαρκουλάκης -Ιάγος πολύ καλός (όπως πάντα), ζούσε το ρόλο, ίσως να φάνηκε λίγο υπερβολικό το παίξιμο σε κάποιους αλλά το ζούσε. Έπαιζε βέβαια με την επίγνωση του φτασμένου καλού ηθοποιού που έχει άνεση με την υποκριτική. 
Ο Οθέλλος-Κιμούλης στήριζε κι αυτός το ρόλο του, έπαιζε κι αυτός με την άνεση του πολύπειρου  αλλά  (ο Μαρκουλάκης τον έχει ξεπεράσει προ πολλού, ίσως γιατί δουλεύει πιο εσωτερικά τους ρόλους του), μπορούσε και καλύτερα, αν και μου δίνει την εντύπωση ότι δεν ασχολείται όσο πρέπει πλέον με τους θεατρικούς του ρόλους και ότι έχει παγιδευτεί στην υποκριτική της φωνασκίας (την οποία, ευτυχώς, δεν πολυεφάρμοσε στην παράσταση) και της εξωτερίκευσης. Στο σινεμά είναι σαφώς καλύτερος. Πάντως στην τελευταία σκηνή ήταν πολύ καλύτερος από ό,τι στις προηγούμενες.
Ο Μπουρδούμης ήταν ένας αδιάφορος Κάσιος, δεν ασχολήθηκε να αποδώσει τις πτυχές του ρόλου του και, προφανώς, οι σκηνοθέτες, του το επέτρεψαν. Γιατί άραγε?

Η σκηνοθετική γραμμή, έτσι τουλάχιστον όπως περιγράφεται στο κείμενο σκηνοθεσίας του προγράμματος, δεν αποδόθηκε στην παράσταση ή, εγώ τουλάχιστον, δεν κατάφερα να δω πώς τόνισαν την αντιπαράθεση του "θέλω" και του "έχω" του Οθέλλου. Δεν μπαίνω στη λογική να κρίνω το κατά πόσο τονίζει εκείνα που ο συγγραφέας ήθελε να τονίσει δεχόμενη το γεγονός ότι οι σκηνοθέτες το θεώρησαν ως διασκευή και άρα πιο μακριά από το αρχικό κείμενο και τις αρχικές προθέσεις του συγγραφέα.

Εν κατακλείδι η παράσταση χρειαζόταν πολλή δουλειά ακόμη , τόσο για να βρει το σκηνοθετικό της σημείο αναφοράς, όσο και για να δέσουν οι ηθοποιοί, να απαλειφθούν τα φαινόμενα απαγγελίας και να επιτραπεί στους ηθοποιούς να δείξουν τις ικανότητες τους. 

Ακόμη δεν είμαι σίγουρη για τη χημεία Δεισδαιμόνας-Καρύδη και Κιμούλη-Οθέλλου (ίσως γιατί προσπαθώ να με πείσω ότι στην πραγματική ζωή η χημεία δεν είναι πάντα εμφανής) και θα ήθελα να δω αντιστροφή των δύο πρώτων ρόλων με Κιμούλη Ιάγο και Μαρκουλάκη Οθέλλο.